Εκτύπωση

Επισκόπηση του κλάδου βιολογικών προϊόντων

Ο εγχώριος κλάδος βιολογικών προϊόντων αποτελείται από τρεις γενικούς τομείς: α) τον παραγωγικό, β) τον μεταποιητικό και β) τον εισαγωγικό-εμπορικό τομέα της αγοράς .

Στην πρώτη κατηγορία δραστηριοποιούνται πολυάριθμοι ανεξάρτητοι καλλιεργητές και κτηνοτρόφοι (ανέρχονται σε περίπου 20.000), οι οποίοι διαθέτουν κυρίως μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις όπως αμπελώνες, καλλιέργειες οπωροκηπευτικών, φάρμες εκτροφής. Οι μονάδες αυτές εμφανίζουν χαμηλή αξία πωλήσεων.

Στον τομέα της μεταποίησης οι περίπου 1.500 βιομηχανίες ή βιοτεχνίες που λειτουργούν προμηθεύονται πρώτες ύλες από τους βιοκαλλιεργητές / παραγωγούς και μέσω των ειδικευμένων γραμμών παραγωγής τους με τη χρήση φυσικών συστατικών προσφέρουν πιστοποιημένα βιολογικά προϊόντα. Σε αρκετές όμως περιπτώσεις η μεταποίηση διενεργείται και από τους ίδιους τους καλλιεργητές στα αγροκτήματά τους.

Στον κλάδο έχουν εισέλθει και εγχώριοι όμιλοι τροφίμων μέσω ίδρυσης θυγατρικών, εξαγορών ήδη υπαρχουσών εταιρειών ή ενσωμάτωσης στη λειτουργία τους γραμμών παραγωγής βιολογικών προϊόντων.

Το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς καταλαμβάνεται από τις εισαγωγικές επιχειρήσεις, καθώς η εγχώρια παραγωγική δραστηριότητα δεν επαρκεί ακόμα για την κάλυψη της κατανάλωσης. Οι εταιρείες αυτές δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο τομέα των ειδών διατροφής, ενώ λειτουργούν και λίγες μονάδες που ειδικεύονται αποκλειστικά στο εισαγωγικό εμπόριο βιολογικών προϊόντων.

Οι κυριότεροι παράγοντες που επηρεάζουν τη ζήτηση για βιολογικά προϊόντα είναι η ευαισθητοποίηση και ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού σχετικά με την υγιεινή διατροφή, ο προβληματισμός που επικρατεί για την ασφάλεια των συμβατικών τροφίμων (διατροφικά σκάνδαλα κ.λπ.), καθώς και το διαθέσιμο εισόδημα.

Η τιμή των προϊόντων του κλάδου είναι υψηλότερη σε σχέση με τα αντίστοιχα συμβατικά, καθώς η απόδοση ανά στρέμμα είναι χαμηλότερη.

Το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης στη χώρα μας (πάνω από 60%) καλύπτεται από εισαγωγές, κυρίως αποξηραμένων και συσκευασμένων προϊόντων. Στην Ελλάδα καταναλώνονται κυρίως ελαιόλαδο, ντομάτες και λαχανικά.

Η διακίνηση γίνεται κυρίως μέσω των αλυσίδων super market (σε μικρές συσκευασίες), οι οποίες καλύπτουν το μεγαλύτερο κομμάτι των πωλήσεων μέσω ειδικών τμημάτων. Σημαντικό κανάλι διανομής αποτελούν και τα εξειδικευμένα καταστήματα (αλυσίδες ή ανεξάρτητα σημεία πώλησης) που διαθέτουν μόνο βιολογικά προϊόντα και σε αρκετά μικρότερο βαθμό οι τακτικές λαϊκές αγορές. Επίσης, μέρος του δικτύου λιανικής αποτελούν και συμβατικά καταστήματα τροφίμων και ποτών (π.χ. μανάβικα, κάβες, delicatessen) τα οποία διαθέτουν ταυτόχρονα και βιολογικούς κωδικούς. Συνολικά, τα σημεία πώλησης σε όλη τη χώρα υπολογίζονται σε παραπάνω από 1.000.

Η ενδυνάμωση των super market στηρίχθηκε στις χαμηλότερες τιμές (ιδίως στα μεταποιημένα προϊόντα), δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη φθηνότερων κωδικών ιδιωτικής ετικέτας.   

Αναφορικά με τα κυριότερα προϊόντα της αγοράς, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής βιολογικού ελαιόλαδου εξάγεται σε Ε.Ε. (κυρίως σε Γερμανία, αλλά και Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία και Πολωνία) και Βόρειο Αμερική. Στον τομέα του κρασιού, ο κύριος όγκος παραγωγής απορροφάται από την ελληνική αγορά, ενώ σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα εντοπίζεται και στα εσπεριδοειδή (εξάγεται περίπου το 70% της παραγωγής).

Πηγή: IB.HS Industry Outlook Snapshots