Προβλήματα και μειονεκτήματα του κλάδου των φαρμακευτικών επιχειρήσεων

Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται ως βασικό εργαλείο για τη μείωση των δαπανών υγείας, στα πλαίσια της δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας . Έτσι, την περίοδο 2009-2016 μειώθηκε συνολικά κατά 62%, κάμψη με αρνητική επίδραση στο μέγεθος της αγοράς. Η παγίωση της ετήσιας δημόσιας δαπάνης στο χαμηλό επίπεδο των €1,945 δισ. μέχρι το 2018 θα ασκήσει μεγαλύτερες πιέσεις στην αγορά φαρμάκου, απαιτώντας τη λήψη περιοριστικών μέτρων, εφόσον ο κρατικός προϋπολογισμός δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών.

Τα μέτρα που λαμβάνονται τα τελευταία χρόνια περιλαμβάνουν οριζόντιες μειώσεις τιμών για τα φάρμακα που χάνουν την πατέντα τους και τα γενόσημα, υποχρεωτικές υψηλές εκπτώσεις και επιστροφές από όλους τους προμηθευτές του συστήματος υγείας, γεγονός που βλάπτει τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα, αύξηση της διείσδυσης των φθηνότερων γενόσημων προϊόντων και μείωση του περιθωρίου κέρδους των φαρμακείων.

Αναλυτικά, οι συνεχείς οριζόντιες μειώσεις των τελευταίων ετών έχουν οδηγήσει τις τιμές σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα. Σύμφωνα με την ΠΕΦ, η διαδικασία ανατιμολόγησης προκαλεί στρεβλώσεις, καθώς μειώνει σε αρκετά μεγαλύτερο βαθμό τις τιμές των παλαιών, φθηνών και καταξιωμένων σκευασμάτων συγκριτικά με τα νέα ακριβότερα φάρμακα, τα οποία εν τέλει συμβάλλουν στην αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης. Η μεγαλύτερη κάμψη έχει σημειωθεί στα γενόσημα που παράγονται κυρίως από τις ελληνικές βιομηχανίες, η οποία την περίοδο 2009-2016 φτάνει το 67%. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται χαμηλότερο του αναμενομένου μερίδιο σε όρους εσόδων,  αν και ο όγκος πωλήσεων τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί λόγω της συνταγογράφησης με βάση τη δραστική ουσία.

Το γεγονός αυτό ενδέχεται να καταστήσει κάποιες εταιρείες μη βιώσιμες και να οδηγήσει σε απόσυρση πολλών φαρμάκων από την αγορά λόγω χαμηλής τιμής και επακόλουθη υποκατάσταση από ακριβότερα σκευάσματα. Η τάση αυτή ήταν ιδιαίτερα εμφανής το 2016, καθώς ο βαθμός αντικατάστασης είχε ως συνέπεια την αύξηση της συνολικής δαπάνης κατά €217 εκ.  

Επίσης, θα προκύψουν αρνητικές επιπτώσεις για την εγχώρια παραγωγή, καθώς η κυκλοφορία εγχώριων γενόσημων θα είναι οικονομικά ασύμφορη, αφού το κόστος παραγωγής δεν θα καλύπτεται. Έτσι, οι Έλληνες ασθενείς δεν θα έχουν πρόσβαση σε εδραιωμένες θεραπείες και θα στραφούν σε ακριβά εισαγόμενα σκευάσματα, κάτι που θα προκαλέσει οικονομική επιβάρυνση του συστήματος υγείας.

Συμπερασματικά, η ακολουθούμενη φαρμακευτική πολιτική είναι αναποτελεσματική αναφορικά με το στόχο της συγκράτησης της δαπάνης, καθώς οι αρχές επικεντρώνονται στις μειώσεις των γενόσημων, τα οποία αποτελούν μόλις το 23% της αγοράς. Επομένως, η διείσδυση των γενόσημων είναι αρκετά χαμηλότερη από τον καθορισμένο στόχο του 60%, ενώ ακόμα και οι επαγγελματίες της υγείας και οι φαρμακοποιοί οδηγούν την κατανάλωση στα ακριβότερα φάρμακα, τα οποία τους προσφέρουν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους.

Κάθε χρόνο οι υποχρεωτικές εκπτώσεις των εταιρειών αυξάνονται, ενώ το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο προβλέπει περαιτέρω αύξηση, ακόμα και για επιχειρήσεις με μικρούς κύκλους εργασιών που διαθέτουν οικονομικά σκευάσματα. Επίσης, αναφέρεται η επιβολή πρόσθετου οριζόντιου rebate 25% για 2 χρόνια σε όλες τις νέες δραστικές που προστατεύονται από πατέντα.

Αναφορικά με το clawback, οι χαμηλοί προϋπολογισμοί του ΕΟΠΥΥ οδηγούν κάθε χρόνο σε μεγαλύτερη επιβάρυνση του κλάδου. Έτσι, από €78 εκ. το 2012, οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις κατέβαλλαν περισσότερα από €450 εκ. το 2016, ενώ φέτος αναμένεται ακόμα μεγαλύτερη επιστροφή. Το clawback «αδικεί» τις ελληνικές βιομηχανίες που παράγουν οικονομικά γενόσημα, τα οποία δεν ευθύνονται για την υπέρβαση της δαπάνης.

Σημαντικό πρόβλημα για τον κλάδο αποτελούν τα χρέη των δημοσίων νοσοκομείων και του ΕΟΠΥΥ, τα οποία στα τέλη του 2016 ανέρχονταν στα €911 εκ. (αφορούν τα μέλη του ΣΦΕΕ). Το γεγονός αυτό δημιουργεί προβλήματα όπως υψηλό πιστωτικό κίνδυνο, επιπλέον χρηματοοικονομικά κόστη και αδυναμία προγραμματισμού των ταμειακών ροών.

Οι προαναφερόμενες παρεμβάσεις (χαμηλότερη τιμολόγηση, υποχρεωτικά rebates και clawback) μείωσαν σημαντικά τις πραγματικές τιμές πώλησης των φαρμάκων και επομένως τους κύκλους εργασιών των περισσοτέρων επιχειρήσεων του κλάδου, γεγονός που σε συνδυασμό  με τις οφειλές του δημοσίου δυσκολεύει την επιβίωσή τους.  

Διαχρονικά, ο κλάδος δεν διέπεται από σταθερή φαρμακευτική πολιτική, με αποτέλεσμα οι συχνές αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο τιμολόγησης και ασφαλιστικής αποζημίωσης, η γραφειοκρατία στην εφαρμογή αποφάσεων, καθώς και το αυξημένο rebate και clawback να δημιουργούν κλίμα αβεβαιότητας μεταξύ των φαρμακευτικών εταιρειών και να μην εφαρμόζονται μακροπρόθεσμες εμπορικές στρατηγικές. Έτσι, πολλές ξένες εταιρείες προσανατολίζονται στο ενδεχόμενο απόσυρσης φαρμάκων, ακόμα και αποεπένδυσης από την ελληνική αγορά.

Η αγορά των ΜΗΣΥΦΑ καταλαμβάνει ακόμα μικρό ποσοστό επί της συνολικής αγοράς λόγω της ελλιπούς ενημέρωσης των ασθενών για την αυτοθεραπεία, σε περιπτώσεις που αυτή μπορεί να εφαρμοστεί.

Επιπλέον, το μέτρο της συνταγογράφησης βάσει της δραστικής ουσίας, σε συνδυασμό με την υποκατάσταση με το φθηνότερο γενόσημο στο φαρμακείο, οδήγησε τελικά στην αύξηση της κατανάλωσης των εισαγόμενων φαρμάκων (είτε πρωτότυπων είτε γενόσημων) εις βάρος των ελληνικών γενόσημων.

Το σύστημα προμηθειών των δημοσίων νοσοκομείων παραμένει αδιαφανές λόγω της ανάδειξης ενός μοναδικού προμηθευτή με κριτήριο τη χαμηλότερη τιμή, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους για μονοπωλιακές πρακτικές. Επίσης, δεν διενεργούνται έλεγχοι επάρκειας και παρακολούθηση της εκτέλεσης των διαγωνισμών από την Επιτροπή Προμηθειών Υγείας, με συνέπεια να προκύπτουν ελλείψεις στα νοσοκομεία και επομένως περιπτώσεις χρήσης άλλων σκευασμάτων (που προστατεύονται από πατέντα), τα οποία έχουν κόστος πολύ μεγαλύτερο από την τιμή του μειοδότη.

Ακόμα,  προκύπτουν συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εισαγόμενα φάρμακα λαμβάνουν σε συντομότερο χρονικό διάστημα άδεια κυκλοφορίας από τον ΕΟΦ  σε σχέση με τα ελληνικά.

Αρκετά καινοτόμα φάρμακα για χρόνιες, σοβαρές παθήσεις εξακολουθούν να μην είναι ακόμα διαθέσιμα στους Έλληνες ασθενείς λόγω των γραφειοκρατικών διαδικασιών έγκρισης άδειας κυκλοφορίας, αλλά και τις περικοπής δαπανών για ακριβά προϊόντα. Παράλληλα, σε κάποιες περιπτώσεις καινοτόμα σκευάσματα, αν και λαμβάνουν τιμές, εν τούτοις καθυστερούν να ενταχθούν στη λίστα αποζημίωσης.

Το σύστημα τιμολόγησης επηρεάζει αρνητικά την επάρκεια φαρμάκων στην αγορά των φαρμακείων, καθώς οι χαμηλές τιμές αποτελούν κίνητρο για παράλληλες εξαγωγές από τις φαρμακαποθήκες. Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις οι μητρικές βιομηχανίες διοχετεύουν μικρότερες ποσότητες και γενικότερα εφαρμόζουν συγκρατημένη πολιτική αποθεματοποίησης και πωλήσεων.

Στη χώρα μας προκύπτουν δυσκολίες αναφορικά με τη διεξαγωγή κλινικών ερευνών, που συνίστανται κυρίως στη γραφειοκρατία και την προβληματική σύνδεση μεταξύ φαρμακοβιομηχανίας και ερευνητικών φορέων, ενώ οι συχνές αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο τιμολόγησης αποθαρρύνουν τις επενδυτικές πρωτοβουλίες των πολυεθνικών στη χώρα μας. Παράλληλα, οι εγχώριες βιομηχανίες χρηματοδοτούν ξένα κέντρα ερευνών για τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν. Έτσι, η αγορά στερείται επιπλέον προστιθέμενης αξίας και δυνατότητας απασχόλησης εξειδικευμένων ερευνητών.

Πηγή: IB.HS Industry Outlook Snapshotsk

ibhs trial

Επωνυμία Εταιρείας:*
Ονοματεπώνυμο Χρήστη:*
ΑΦΜ Εταιρείας:*
Email Χρήστη:*
Τηλέφωνο Χρήστη:*
Επαλήθευση λέξης:

210-8939000

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Φαξ: 210-8939098-99

Scroll to top