Η εγχώρια πτηνοτροφία είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη από το υψηλό κόστος παραγωγής που προκάλεσαν οι έντονες ανατιμήσεις προηγούμενων ετών στις τιμές των ζωοτροφών (σημαντική πίεση προκαλείται από τον τομέα της σόγιας). Επίσης, παράγοντες επιδείνωσης αποτελούν οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας, γενετικού υλικού, πατρογονικών νεοσσών και κτηνιατρικών φαρμάκων, καθώς και η υψηλότερη φορολόγηση (φόρος εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ). Η επιβάρυνση που προκύπτει είναι περισσότερο έντονη για όσους πτηνοτρόφους διατηρούν μικρές εκμεταλλεύσεις.

Η εξάρτηση των πτηνοτροφικών μονάδων από τις εισαγωγές ακριβών πρώτων υλών εντείνεται από την ανεπαρκή εγχώρια παραγωγή δημητριακών, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει ευχέρεια πρόσβασης σε φθηνότερους Έλληνες προμηθευτές.

Το κόστος παραγωγής επιβαρύνεται και από τα πρότυπα συμμόρφωσης που έχει θεσπίσει η Ε.Ε. για τις πτηνοτροφικές εγκαταστάσεις αναφορικά με την ασφάλεια των τροφίμων, την υγεία των ζώων, την προστασία του περιβάλλοντος κ.λπ.

Η παραγωγή διαμορφώνεται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τον όγκο της εγχώριας κατανάλωσης, με την αυτάρκεια της χώρας σε κρέας πουλερικών να ανέρχεται σε περίπου 70%. Το ποσοστό αυτό παρουσιάζει σταδιακή υποχώρηση, καθώς οι εισαγωγές κοτόπουλων λόγω των χαμηλότερων τιμών τους (ακόμα και κάτω από το κόστος παραγωγής των ελληνικών κοτόπουλων) εμφανίζουν διαχρονική άνοδο και καλύπτουν πλέον περίπου το 30% της αγοράς.

Οι εισαγωγές (ολόκληρων ή και τεμαχισμένων προϊόντων) προέρχονται κυρίως από τη Βουλγαρία, η οποία έχει πλεονέκτημα λόγω του ανταγωνιστικού κόστους παραγωγής (δημητριακά, εργατικά και φορολόγηση) και των ενισχύσεων που διαθέτει για την ανάπτυξη της πτηνοτροφίας. Τα εν λόγω προϊόντα διοχετεύονται κυρίως στη μαζική εστίαση, όπου καταλαμβάνουν σημαντικά μερίδια, αλλά και σε εταιρείες catering και άλλες αγορές.

Συνήθως τα προϊόντα αυτά δεν φέρουν πιστοποιήσεις, καθώς οι χώρες παραγωγής δεν εφαρμόζουν τις προδιαγραφές που ισχύουν στην Ελλάδα, ενώ προωθούνται στην αγορά ως ελληνικής προέλευσης με την πλαστή ετικέτα «ελληνικά κοτόπουλα» λόγω των ανεπαρκών ελέγχων στα σύνορα, ασκώντας αθέμιτο ανταγωνισμό στην εγχώρια παραγωγή.

Τα προϊόντα των πτηνοτροφικών μονάδων προωθούνται στα super market σε χαμηλές τιμές λόγω της πολιτικής προσφορών που εφαρμόζουν οι αλυσίδες. 

Οι λιανέμποροι διαθέτουν υψηλή διαπραγματευτική δύναμη, η οποία αναμένεται να ενισχυθεί λόγω της τάσης συγκέντρωσης που παρατηρείται στον κλάδο των super market (ιδίως μετά την εξαγορά του δικτύου της Μαρινόπουλος). Ο εντεινόμενος τιμολογιακός ανταγωνισμός δεν επιτρέπει την πλήρη μετακύλιση του υψηλού κόστους στις τελικές τιμές.

Πηγή: IB.HS Industry Outlook Snapshots

ibhs trial

Επωνυμία Εταιρείας:*
Ονοματεπώνυμο Χρήστη:*
ΑΦΜ Εταιρείας:*
Email Χρήστη:*
Τηλέφωνο Χρήστη:*
Επαλήθευση λέξης:

210-8939000

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Φαξ: 210-8939098-99

Scroll to top