Η δομή και τα χαρακτηριστικά του κλάδου λιπασμάτων

Τα λιπάσματα περιέχουν θρεπτικά στοιχεία που κρίνονται απαραίτητα για την γρήγορη ανάπτυξη των φυτών και τη βελτίωση της ποιότητάς τους . Με βάση το κύριο συστατικό τους διακρίνονται σε: α) αζωτούχα, β) φωσφορούχα και γ) καλιούχα. Άλλες βασικές ουσίες αποτελούν ο άνθρακας, το υδρογόνο και το οξυγόνο, ενώ σε μικρότερες ποσότητες περιέχονται και δευτερεύοντα συστατικά, όπως ασβέστιο, μαγνήσιο κ.ά.

Τα ανόργανα λιπάσματα διακρίνονται περαιτέρω σε:

  • στερεά, τα οποία είναι είτε απλά (περιέχουν σε μεγάλες ποσότητες ένα βασικό θρεπτικό συστατικό) είτε σύνθετα (περιέχουν δύο ή περισσότερα βασικά συστατικά σε διάφορες αναλογίες),
  • υγρά,
  • λιπάσματα που περιέχουν δευτερεύοντα συστατικά και
  • λιπάσματα που περιέχουν μικροστοιχεία (βόριο, χαλκό, ψευδάργυρο κ.ά.).
Οι τιμές των λιπασμάτων εξαρτώνται άμεσα από τις διακυμάνσεις των τιμών των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τους (κοκκώδης ουρία, prilled ουρία, UAN - διάλυμα ουρίας και νιτρικής αμμωνίας σε υγρή μορφή- και αμμωνία). Οι πρώτες ύλες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στα διεθνή χρηματιστήρια εμπορευμάτων, αποτελώντας στην ουσία έτοιμα προϊόντα που μπορούν να πωληθούν και αυτούσια.

Ο κλάδος απαρτίζεται από πολυάριθμες εταιρείες, γεγονός που εντείνει τον ανταγωνισμό. Ωστόσο, στην Ελλάδα δραστηριοποιείται μόνο μια παραγωγική επιχείρηση, η Ελληνικά Λιπάσματα και Χημικά (ELFE), πρώην Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων (ΒΦΛ), η οποία ελέγχει μεγάλο μέρος της αγοράς, λειτουργώντας πλέον μέσω της ΕΛΛΑΓΡΟΛΙΠ. Η εταιρεία διαθέτει τη μοναδική παραγωγική μονάδα της χώρας στη Νέα Καρβάλη Καβάλας, ενώ το εργοστάσιο της Θεσσαλονίκης έχει σταματήσει οριστικά τη λειτουργία του λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Οι υπόλοιπες εταιρείες είτε διενεργούν απλώς μίξη των πρώτων υλών που προμηθεύονται από το εξωτερικό και υποσυσκευασία (ενσάκιση) λιπασμάτων, είτε είναι αποκλειστικά εισαγωγικές.

Σημαντική παρουσία στην ελληνική αγορά έχουν οι θυγατρικές των πολυεθνικών Yara και Compo, καθώς και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις (Γαβριήλ, Φυτοθρεπτική κ.ά.).

Πάντως, αρκετές εταιρείες, εκτός από λιπάσματα, εμπορεύονται παράλληλα και άλλα γεωργικά εφόδια, όπως φυτοφάρμακα και πολλαπλασιαστικό υλικό.


Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η συνολική κατανάλωση ανόργανων λιπασμάτων (αζωτούχα, φωσφορικά και καλιούχα) ξεπερνούσε τους 2 εκ. τόνους, καθώς επικρατούσε τάση για υπερλίπανση των καλλιεργειών, ενώ οι τιμές ήταν αρκετά χαμηλότερες σε σχέση με τα τωρινά επίπεδα λόγω των επιδοτήσεων των τιμών. Συγχρόνως, η παραγωγή της ΒΦΛ ήταν αρκετά υψηλότερη, ενώ σημαντικές ποσότητες εξάγονταν.

Μετά το 1992 η κατανάλωση άρχισε σταδιακά να υποχωρεί λόγω της απελευθέρωσης της αγοράς, γεγονός που αύξησε τις τιμές και εξορθολόγησε τη χρήση των λιπασμάτων από τους αγρότες, ενώ συνήθως οι τιμές παραγωγού δεν αυξάνονταν ανάλογα με το κόστος των εισροών. Επίσης, μετά το 2008 αρνητικό ρόλο διαδραμάτισαν οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, ο περιορισμός του γεωργικού εισοδήματος, οι έντονες ανατιμήσεις σε διεθνές επίπεδο και η μετάβαση από το ελεγχόμενο σύστημα μέσω Δημοσίου (ΣΥΝΕΛ) σε καθεστώς ελεύθερης αγοράς.

Εξάλλου, ο εκσυγχρονισμός των προϊόντων λίπανσης έδωσε τη δυνατότητα στους αγρότες να χρησιμοποιούν μικρότερη ποσότητα λιπάσματος για τον ίδιο όγκο αγροτικής παραγωγής.

Έτσι, την τελευταία καλλιεργητική περίοδο 2016/2017 καταναλώθηκαν συνολικά περίπου 670.000 τόνοι, ενώ η αξία αγοράς διαμορφώθηκε σε περίπου €250 εκ.

Οι ανωτέρω συνθήκες επέφεραν –σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα της ELFE- διαχρονική κάμψη της εγχώριας παραγωγής και αύξηση της εισαγωγικής διείσδυσης από άλλες χώρες.

Τα αζωτούχα λιπάσματα είναι η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη κατηγορία, καταλαμβάνοντας ποσοστό μεγαλύτερο του 60% της αγοράς.

Τα γεωπονικά καταστήματα (ανέρχονται σε 2.473 στο σύνολο της χώρας) αποτελούν το κυριότερο κανάλι διανομής, καθώς διακινούν περίπου το 50% του συνολικού όγκου λιπασμάτων. Μικρότερες ποσότητες διακινούν οι αγροτικοί συνεταιρισμοί και οι χονδρέμποροι.

Η ζήτηση παρουσιάζει εποχικότητα, σημειώνοντας αύξηση από τον Οκτώβριο έως τον Ιούλιο και διαμορφώνεται ανάλογα με τις καλλιέργειες (π.χ. σιτάρι το διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου, καλαμπόκι το διάστημα Ιανουαρίου-Μαρτίου κ.λπ.).

Περίπου το 70% των πωλήσεων πραγματοποιείται κατά την περίοδο Οκτωβρίου-Απριλίου.

Ο ανταγωνισμός επικεντρώνεται κυρίως σε τιμολόγηση, παροχή πίστωσης, δίκτυα διανομής, ανανέωση της γκάμας των προϊόντων και διαφήμιση.

Η πολιτική πιστώσεων είναι πλέον πιο συντηρητική σε σχέση με το παρελθόν και διαμορφώνεται σε διάστημα 2 έως 5 μηνών, ενώ σε πολλές περιοχές δεν παρέχονται καθόλου πιστώσεις. Επίσης, οι εταιρείες παρέχουν εκπτώσεις σε περιπτώσεις αγορών τοις μετρητοίς.  

Παράλληλα, παρατηρούνται σημαντικά εμπόδια εισόδου τα οποία συνοψίζονται σε: α) υψηλές απαιτήσεις σε κεφάλαια, β) ιδιαίτερες ανάγκες σε χώρους αποθήκευσης, γ) χαμηλά περιθώρια κερδοφορίας, δ) παρουσία πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες ελέγχουν σημαντικό μέρος της αγοράς και ε) περιορισμένη πρόσβαση σε πρώτες ύλες.

IB.HS Industry Outlook Snapshots

ibhs trial

Επωνυμία Εταιρείας:*
Ονοματεπώνυμο Χρήστη:*
ΑΦΜ Εταιρείας:*
Email Χρήστη:*
Τηλέφωνο Χρήστη:*

Λεωφόρος Βουλιαγμένης 18 Γλυφάδα

210-8939000

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Φαξ: 210-8939098-99

Scroll to top