Η δομή & τα χαρακτηριστικά του κλάδου οινοποιίας

Η οινοποιία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας, με αρκετές εγκαταστάσεις να διατηρούν τον παραδοσιακό χαρακτήρα της παραγωγής

. Παράλληλα, το κρασί είναι μέρος των καθημερινών καταναλωτικών συνηθειών πολλών Ελλήνων, αποτελώντας ένα από τα πλέον δημοφιλή ποτά.
Στην ελληνική αγορά έχουν καταμετρηθεί περίπου 1.200 οινοποιεία -γεγονός που μεταφράζεται σε κατακερματισμό της παραγωγής- και τα οποία μπορούν να διακριθούν στις ακόλουθες κατηγορίες:
ολιγάριθμες μεγάλες οινοβιομηχανίες (ετήσια παραγωγή μεγαλύτερη του 1 εκ. φιαλών), οι οποίες καλύπτουν σημαντικό μέρος της κατανάλωσης εμφιαλωμένων κρασιών, διακινώντας τα προϊόντα τους σε ευρεία γεωγραφική κλίμακα κυρίως μέσω εταιρειών διανομής ή πραγματοποιώντας απευθείας πωλήσεις σε super market και εστιατόρια,  
πληθώρα μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων και αγροτικών συνεταιρισμών, σχήματα τα οποία απευθύνονται σε τοπικές αγορές, διακινώντας κυρίως χύμα προϊόντα.
Επισημαίνεται ότι σημαντικός αριθμός οινοποιείων επιδεικνύει ταυτόχρονα παραγωγική δραστηριότητα και σε άλλα αλκοολούχα ποτά, όπως το τσίπουρο, το ούζο, το λικέρ και το μπράντι.
Ορισμένες εταιρείες του κλάδου είναι καθετοποιημένες, παράγοντας οι ίδιες τις ποσότητες των πρώτων υλών (σταφύλια) που χρησιμοποιούν μέσω ιδιόκτητων εκτάσεων (π.χ. ΚΤΗΜΑ ΚΩΣΤΑ ΛΑΖΑΡΙΔΗ Α.Ε., ΚΤΗΜΑΤΑ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ Α.Ε.). Οι υπόλοιπες προμηθεύονται σταφύλια από παραγωγούς των περιοχών τους.
Οι μεγαλύτερου μεγέθους εταιρείες τα προηγούμενα χρόνια -ιδίως πριν την εκδήλωση της ύφεσης- προέβησαν σε σημαντικές επενδύσεις αναβάθμισης του μηχανολογικού τους εξοπλισμού, αυξάνοντας την παραγωγική τους δυναμικότητα μέσω αυτοματοποιημένων μεθόδων παραγωγής. Αντιθέτως, τα μικρότερα οινοποιεία και οι συνεταιρισμοί διαθέτουν κατά κανόνα παλαιότερο εξοπλισμό.
Η επενδυτική δραστηριότητα τροφοδότησε την ανάπτυξη του κλάδου, επιτρέποντας τόσο τη διαχρονική άνοδο της ποιότητας του ελληνικού κρασιού, όσο και τη διεύρυνση της προϊοντικής βάσης. Ωστόσο, η ύφεση της οικονομίας που εκδηλώθηκε μετά το 2008 ανέκοψε την ανοδική πορεία της αγοράς.
Οι εκτάσεις των αμπελώνων στη χώρα μας την καλλιεργητική περίοδο 2015/16 διαμορφώθηκαν σε 627.234 στρέμματα και τα τελευταία 8 χρόνια επιδεικνύουν καθοδική πορεία. Οι περισσότερες εκτάσεις βρίσκονται σε Πελοπόννησο, Δυτική Ελλάδα, Κρήτη, Στερεά Ελλάδα και Αττική.
Η πλειοψηφία των εκμεταλλεύσεων είναι μικρού μεγέθους, με το μέσο μέγεθος να διαμορφώνεται σε μόλις 3,95 στρέμματα.
Οι κυριότερες ποικιλίες που καλλιεργούνται στη χώρα είναι το Σαββατιανό και ο Ροδίτης. Δευτερευόντως, εντοπίζονται εκτάσεις με Αγιωργίτικο, Ξυνόμαυρο, Λιάτικο, Cabernet Sauvignon κ.ά.
Διαχρονικά, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής καταλαμβάνεται από την κατηγορία των επιτραπέζιων οίνων (70% το 2017). Τα κρασιά Π.ΟΠ. και Π.Γ.Ε. συγκεντρώνουν χαμηλότερο ποσοστό (26%), γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες του κλάδου για περαιτέρω διείσδυση στις αγορές του εξωτερικού. Επίσης, βάσει χρώματος υπερτερούν τα λευκά κρασιά έναντι των κόκκινων και ροζέ, καταλαμβάνοντας σχεδόν το 70% του συνολικού όγκου.
Το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας κατανάλωσης (προσεγγίζει το 60%) καταλαμβάνεται από το χύμα κρασί, αφήνοντας μικρότερο ποσοστό για τα εμφιαλωμένα προϊόντα. Η ζήτηση για τα τελευταία εκδηλώνεται κυρίως στα αστικά κέντρα της χώρας, ενώ οι χύμα ποσότητες απορροφώνται σε μεγάλο βαθμό στις αγροτικές περιοχές.
Ο βαθμός κατανάλωσης των εγχωρίως παραγόμενων κρασιών ξεπερνάει το 90%, λαμβανομένης υπόψη και της διαχρονικής διακύμανσης των εισαγωγών και εξαγωγών του κλάδου σε αρκετά χαμηλά επίπεδα.
Οι Έλληνες καταναλώνουν κυρίως λευκό κρασί και σε χαμηλότερες ποσότητες κόκκινα, ροζέ και αφρώδη κρασιά. Οι λευκοί και ροζέ οίνοι καταναλώνονται κυρίως τους θερινούς μήνες, ενώ η ζήτηση για κόκκινα κρασιά αυξάνεται το χειμώνα.  
Τα λευκά κρασιά εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση στην Πελοπόννησο. Η κατανάλωση κόκκινων κρασιών είναι μεγαλύτερη στη Βόρεια Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές της χώρας.
Η εγχώρια κατά κεφαλή κατανάλωση διαμορφώνεται σε 25 λίτρα το χρόνο, επίδοση που κατατάσσει τη χώρα μας στην 7η θέση της Ευρώπης (Γαλλία: 43,4 λίτρα, Πορτογαλία: 42,2 λίτρα, Ιταλία: 40 λίτρα κ.λπ.).
Το εμπορικό ισοζύγιο του κλάδου παρουσιάζεται διαχρονικά πλεονασματικό, με τις εξαγωγές ωστόσο να αποτελούν μόλις το 12% της συνολικής παραγωγής του 2017. Πολλές επιχειρήσεις στρέφονται στις αγορές του εξωτερικού προκειμένου να ενισχύσουν τα έσοδά τους, η παρουσία όμως του ελληνικού προϊόντος είναι ακόμα χαμηλή.
Οι εισαγωγές καλύπτουν αρκετά μικρό μέρος της κατανάλωσης, καθώς η εγχώρια παραγωγή έχει τη δυνατότητα να καλύπτει σε μεγάλο βαθμό την ελληνική αγορά, γεγονός που συνοδεύεται από μικρό αριθμό εισαγωγικών επιχειρήσεων.
Κυριότερη χώρα προορισμού για τα ελληνικά κρασιά είναι η Γερμανία, απορροφώντας το 2017 το 49% των εξαγωγών σε όγκο. Οι εισαγωγές προέρχονται κυρίως από Ιταλία, σε ποσοστό 71%.
Οι βασικότεροι παράγοντες ζήτησης είναι η τιμή (και επομένως το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών), η ετικέτα, το lifestyle, τα πρότυπα διατροφής και η εξέλιξη του εισερχόμενου τουρισμού (τάση εποχικότητας). Επίσης, τα τελευταία χρόνια εντείνεται από τις οινοποιίες η υιοθέτηση πρακτικών marketing για την προσέλκυση των καταναλωτών (π.χ. προβολή της γεωγραφικής προέλευσης, προσφορές κ.ά.).
Στα τέλη του 2015 επιβλήθηκε στο κρασί Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) 20 λεπτά ανά λίτρο, ενώ μέχρι πρότινος ο κλάδος εξαιρούταν από τον εν λόγω φόρο.

IB.HS Industry Outlook Snapshots

ibhs trial

Επωνυμία Εταιρείας:*
Ονοματεπώνυμο Χρήστη:*
ΑΦΜ Εταιρείας:*
Email Χρήστη:*
Τηλέφωνο Χρήστη:*

Λεωφόρος Βουλιαγμένης 18 Γλυφάδα

210-8939000

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Φαξ: 210-8939098-99

Scroll to top