Εκτύπωση

Κρίσιμα θα είναι τα επόμενα 24ωρα για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την πορεία των τιμών του πετρελαίου. Τα όσα θα ανακοινώσει επισήμως η Σαουδική Αραβία για τις επιθέσεις που «έκαψαν» το 70% των πετρελαϊκών εξαγωγών της και οι αποφάσεις των ΗΠΑ θα αποκαλύψουν εάν οδηγούμαστε σε νέα ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο ή σε προσπάθεια να πέσουν οι τόνοι. Τα σενάρια πάντως για εκτίναξη των τιμών του αργού κοντά στα 100 δολάρια έχουν επανέλθει για τα καλά στο προσκήνιο και δεν θα μπορούσαν να έρθουν σε πιο κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία περίοδο. Εμπορικοί πόλεμοι, πολιτικές ανατροπές και ένα κλίμα επίμονης αβεβαιότητας λειτουργούν ως βαρίδι στην ανάπτυξη. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον το ακριβό πετρέλαιο θα μπορούσε να «κάψει» οικονομίες, αλλά και να στηρίξει άλλες- προσωρινά.

Aν και τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Σαουδική Αραβία δηλώνουν έτοιμες να καλύψουν το κενό στην αγορά με τα στρατηγικά τους αποθέματα, είναι προφανές ότι η ζυγαριά των ανησυχιών που έως τώρα βάρυνε περισσότερο στην πλευρά της ζήτησης, κλίνει απότομα πια προς την προσφορά. Αυτό σημαίνει ότι παρά την σημερινή αποκλιμάκωση των τιμών, η νέα άνοδος είναι πιθανή. Η εξέλιξη είναι απολύτως καλοδεχούμενη για όλους τους μεγάλους παραγωγούς- πλην βεβαίως της Σαουδικής Αραβίας, που έως ότου αποκαταστήσει την παραγωγική της δυνατότητα (η κάλυψη της απώλειας 5,7 εκατ. βαρελιών ημερησίως δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση) κινδυνεύει να χάσει πελάτες και μερίδιο αγοράς.

Το Ιράν ωφελείται μόνο στον βαθμό που πετυχαίνει να παρακάμψει το αμερικανικό εμπάργκο με τα λεγόμενα «πλοία φαντάσματα»- κάτι εξαιρετικά αμφίβολο. Τα άλλα κρατίδια του Κόλπου θα χαρούν επίσης να δουν τα πετροδολάρια να ρέουν στα ταμεία τους. Η Ρωσία, ο Καναδάς, η Βραζιλία, το Μεξικό είναι επίσης μεταξύ των μεγάλων κερδισμένων, ως κορυφαίοι παραγωγοί. Αφρικανικές χώρες, όπως η Λιβύη, η Αγκόλα και η Νιγηρία μπορούν επίσης να εισπράξουν οφέλη σε μικρότερο βαθμό.

Οι μεγαλύτεροι ωφελημένοι όλων ωστόσο ενδεχομένως να είναι οι ανεξάρτητοι παραγωγοί των ΗΠΑ. Εκμεταλλευόμενοι την αλματώδη ανάπτυξη των σχιστολιθικών κοιτασμάτων πέτυχαν να αναδείξουν τη χώρα τους σε κορυφαίο παραγωγό πετρελαίου του κόσμου και δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα, μετά τη Σαουδική Αραβία. Ωστόσο οι αμερικανικές πετρελαιοβιομηχανίες δεν είναι κρατικά ελεγχόμενες και για την αμερικανική οικονομία το ακριβό πετρέλαιο θα μπορούσε να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι.

Η αναταραχή στη Μέση Ανατολή ωθεί τους επενδυτές στην ασφάλεια νομισμάτων, όπως το δολάριο, που ήδη βρίσκεται σε τροχιά ανατίμησης έναντι του ευρώ εξοργίζοντας τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν θέλει να δει τις τιμές στα ύψη και για έναν πρόσθετο λόγο. Η ακριβή βενζίνη θα μπορούσε να τον «κάψει» λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη των εκλογών του 2020 για μία δεύτερη θητεία στο Λευκό Οίκο.

Ξεκάθαρα χαμένοι είναι βεβαίως οι μεγάλοι εισαγωγείς: Η Κίνα, κορυφαίος αγοραστής ενέργειας στον πλανήτη, έχει ήδη ομολογήσει ότι υπό την πίεση των εμπορικών και γεωπολιτικών εντάσεων θα δει τους ρυθμούς ανάπτυξης να υποχωρούν κάτω από το 6%, που είναι ήδη οι χαμηλότεροι εδώ και τρεις δεκαετίες. Μία μεγάλη αύξηση στο κόστος των ενεργειακών εισαγωγών θα την ανάγκαζε να κατεβάσει ακόμη πιο απότομα ταχύτητα. Μεταξύ των μεγάλων αναδυόμενων οικονομιών μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές πετρελαίου εμφανίζουν επίσης η η Ινδία, η Τουρκία και η Νότιος Αφρική. Οι δύο τελευταίες έχουν δε ήδη μεγάλους οικονομικούς πονοκεφάλους να αντιμετωπίζουν.

Οι ευρωπαϊκές οικονομίες θα υποφέρουν επίσης. Οι όποιες αυξήσεις θα περάσουν πολύ γρήγορα στις αντλίες των καυσίμων, εντείνοντας τις πιέσεις στην κατανάλωση που σήμερα είναι ο βασικός πυλώνας της ανάπτυξης, την ώρα που μεταποίηση και εξαγωγές συρρικνώνονται. Μεγάλες οικονομίες όπως η Γερμανία και η Ιταλία βρίσκονται ήδη στο χείλος της ύφεσης και συνολικά η ζώνη του ευρώ εμφανίζει αναιμική ανάπτυξη. Το ακριβό πετρέλαιο θα εντείνει ακόμη περισσότερο τις πιέσεις στην οικονομία, αλλά κα θα θέσει νέα διλήμματα στην ΕΚΤ, αφού θα σημάνει από την άλλη επιτάχυνση του υποτονικού σήμερα πληθωρισμού.

Στην Ελλάδα ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων (ΠΟΠΕΚ), Γιώργος Ασμάτογλου, εκτίμησε ότι θα έχουμε αύξηση 4% με 5% στις τιμές των καυσίμων με βάση την έως τώρα άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου.

Αν το εφιαλτικό σενάριο εκτίναξης των τιμών του μπρεντ γίνει πραγματικότητα, λυγίζοντας τις αναδυόμενες οικονομίες και την Ευρώπη δεν θα αργήσουμε να δούμε την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση. Και τότε ακόμη και οι μεγάλοι ωφελημένοι, δηλαδή οι παραγωγοί, θα δουν τα όποια κέρδη σταδιακά να εξανεμίζονται. Ποιος φοβάται λοιπόν το ακριβό πετρέλαιο; Θα έπρεπε μάλλον όλοι.


Πηγή: Ναυτεμπορική

Της Νατάσας Στασινού