Εκτύπωση

Bαθύτατες διαφωνίες σχετικά με τις προοπτικές της αμερικανικής οικονομίας και το πώς θα πρέπει να αντιδράσει η κεντρική τράπεζα καταγράφονται στους κόλπους της Federal Reserve, που άρχισε σήμερα, Τρίτη, την διήμερη συνεδρίασή της. Οι αγορές έχουν εν πολλοίς προεξοφλήσει ότι αύριο θα ανακοινωθεί μία μείωση του βασικού επιτοκίου δανεισμού κατά 25 μονάδες βάσης. Η συνέχεια ωστόσο είναι εξαιρετικά αβέβαιη.

Ενώ το άλμα στις τιμές του πετρελαίου έρχεται να προσθέσει ακόμη έναν παράγοντα στη λίστα των κινδύνων, που αντιμετωπίζει η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, οι περαιτέρω επιτοκιακές μειώσεις πρέπει να θεωρούνται κάθε άλλο παρά δεδομένες. Υπέρ της επιθετικής μείωσης του κόστους δανεισμού τάσσονται στελέχη όπως ο Τζέιμς Μπούλαρντ της Fed του Σεντ Λούις και ο Νιλ Κασκάρι επικεφαλής της Fed Mινεάπολης. Πιστεύουν ότι αυτό είναι αναγκαίο για να αντιμετωπιστεί ο υποτονικός πληθωρισμός και η επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Την αντίθεσή τους σε μία τέτοια προοπτική έχουν εκφράσει η επικεφαλής της Fed του Κλίβελαντ, Λορέτα Μέστερ, η οποία διαφώνησε και με την επιτοκιακή μείωση του Ιουλίου, αλλά και ο Πάτρικ Χάρκερ της Fed Φιλαδέλφειας, που στήριξε με μεγάλες επιφυλάξεις την προηγούμενη μείωση και έχει επισημάνει πως η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να περιμένει να δει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.

Ο επικεφαλής της Fed, Τζερόμ Πάουελ, που έχει βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο του Ντόναλντ Τραμπ, βρίσκεται κάπου στη μέση. Καλείται ουσιαστικά να δημιουργήσει συνεναινέσεις και να στείλει ένα ενιαίο, συγκροτημένο μήνυμα στις αγορές. Ουσιαστικά το δίλημμα του Πάουελ αντανακλά και το παράδοξο της αμερικανικής οικονομίας. Την ώρα που υπάρχουν ενδείξεις συρρίκνωσης του μεταποιητικού τομέα και ο πληθωρισμός παραμένει υποτονικός, τα νοικοκυριά συνεχίζουν να δαπανούν και οι εργοδότες να προσλαμβάνουν.

Από τη συνεδρίαση του Ιουλίου όταν ελήφθη η απόφαση για μείωση των επιτοκίων, που χαρακτηρίστηκε από τον Πάουελ «κίνηση προσαρμογής», τα οικονομικά δεδομένα δίνουν μία μεικτή εικόνα. Πολλά θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη της σινο-αμερικανικής διαμάχης, την οποία κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, αλλά και τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.


Πηγή: Ναυτεμπορική